Το έδαφος αποτελεί το επιφανειακό στρώμα της γης και είναι σε θέση να δέχεται κλιματικές και βιολογικές επιδράσεις. Συμπεριφέρεται σαν ένας ζωντανός οργανισμός ο οποίος τελεί υπό διαρκή εξελισσόμενη μεταβολή. Αποτελεί το μέσον που συγκρατεί στη θέση τους τη συντριπτική πλειοψηφία των φυτών στη γήινη επιφάνεια, ενώ ταυτοχρόνως συνιστά την αποθήκη θρεπτικών στοιχείων και νερού που χρησιμοποιούν για τις ανάγκες τους.
Αυτό που αποκαλούμε “έδαφος” στην ουσία απαρτίζεται από τρεις συνιστώσες (φάσεις). Η πρώτη είναι η στερεά, δηλαδή το χώμα με απλά λόγια. Η άλλη είναι η υγρή όπου μέσα στο νερό βρίσκονται διαλυμένα τα θρεπτικά στοιχεία. Η τελευταία τρίτη συνιστώσα είναι η αέρια όπου κυκλοφορούν χρήσιμα στοιχεία όπως το οξυγόνο ή επιβλαβή στοιχεία τα οποία είναι αποτέλεσμα των λειτουργιών του ριζικού συστήματος, μικροοργανισμών κλπ.
Στην αρχιτεκτονική κήπων και την κηποτεχνία, αλλά και στη γεωργία εν γένει παίζει υπερβολικά σημαντικό ρόλο η γνώση της συστάσεως των εδαφών που λαμβάνει χώρα μία δραστηριότητα. Τα εδάφη διακρίνονται σε ελαφρά, μέσης συστάσεως και βαριά αναλόγως των αναλογιών που περιέχουν άμμο, πηλό και άργιλο. Τα ελαφρά εδάφη στραγγίζουν καλά και γρήγορα, θερμαίνονται και ψύχονται εύκολα, το νερό και ο αέρας κυκλοφορούν με άνεση, αλλά δύσκολα συγκρατούν το νερό και τα θρεπτικά στοιχεία επειδή ξεπλένονται ταχύτατα. Από την άλλη μεριά τα βαριά εδάφη ζεσταίνονται δύσκολα και είναι συνήθως κρύα, δεν στραγγίζουν καλά, συγκρατούν επίμονα το νερό και τα θρεπτικά στοιχεία και συνήθως είναι πιο υγρά. Τέλος, τα μέσης συστάσεως εδάφη έχουν ενδιάμεσες ιδιότητες. Επισημαίνεται ότι ένα έδαφος για να χαρακτηρίζεται καλό και γόνιμο πρέπει: να διαθέτει πλούσια οργανική ύλη, βάθος, έλλειψη επιβλαβών μικροοργανισμών ή ανισορροπίας θρεπτικών στοιχείων, καλή διαπερατότητα από τον αέρα και το οξυγόνο, να είναι στραγγερό και ικανό να συγκρατεί νερό και θρεπτικές ουσίες με τρόπο που να αποδίδονται στις ρίζες με ευκολία, να είναι ζεστό και με καλή οξύτητα (pH) αναλόγως των φυτών, να χαρακτηρίζεται από κανονική ηλεκτρική αγωγιμότητα (αλατότητα) και ο υδροφόρος ορίζοντας να είναι χαμηλός.
Τα εδάφη στην Ελλάδα εν γένει ή ειδικότερα στη νότιο Αττική πολύ σπάνια διαθέτουν όλες τις παραπάνω ιδιότητες και για αυτό χρειάζονται βελτίωση με διάφορους τρόπους ή μέσα. Για τις ανάγκες αυτού του άρθρου με βάση τις ερωτήσεις που έχουν απευθυνθεί προς την ΑΝΘΑΝΑΣΣΑ θα εστιάσουμε στην οργανική ουσία και ιδιαίτερα στο pH και την αλατότητα του εδάφους, ενώ θα επισημάνουμε ότι πριν από μία κατασκευή κήπου θα ήταν πολύ καλό να πραγματοποιείται μία εδαφολογική ανάλυση.
Η οργανική ουσία βελτιώνει το έδαφος, το εφοδιάζει με θρεπτικά στοιχεία και ωφέλιμους μικροοργανισμούς αναγκαία για κάθε φυτό. Είναι ένας απολύτως αναγκαίος παράγοντας για εύφορο έδαφος. Σήμερα τα περισσότερα εδάφη που μας ενδιαφέρουν για την κατασκευή και συντήρηση κήπων ειδικά στις αστικές τοποθεσίες περιέχουν σχεδόν μηδενική οργανική ουσία και επιβάλλεται ο εμπλουτισμός τους.
Το pH χαρακτηρίζει τη συγκέντρωση ιόντων υδρογόνου σε ένα υδατικό διάλυμα. Προσδιορίζεται με μία κλίμακα από το ένα (1) έως το δεκατέσσαρα (14). Το χαμηλό pH (μικρότερο του 7) χαρακτηρίζει ένα όξινο έδαφος, ενώ το υψηλό pH (μεγαλύτερο του 7) αντιστοιχεί στο αλκαλικό έδαφος. Σε pH ίσο με επτά (7) αντιστοιχεί το ουδέτερο έδαφος με χαρακτηριστικά όπου ευδοκιμούν τα πιο πολλά φυτά για τον κήπο. Βέβαια, κάθε φυτό έχει ανάγκη μίας ιδιαίτερης ιδανικής συγκεκριμένης τιμής pH του εδάφους όπως για παράδειγμα η γαρδένια απαιτεί pH 4,5 έως 5,5, ενώ η τριανταφυλλιά χρειάζεται pH 6 έως 7. Πρέπει να τονιστεί ότι το μέγεθος του pH επηρεάζει καθοριστικά τη διαλυτότητα, τη δέσμευση και αποδέσμευση των θρεπτικών στοιχείων του εδάφους με αποτέλεσμα άλλοτε οι ρίζες να μην μπορούν να τα προσλαμβάνουν και να εμφανίζονται στα φυτά τροφοπενίες και άλλοτε να τα λαμβάνουν σε μεγαλύτερες ποσότητες οπότε παρατηρούνται τοξικότητες. Βέβαια μία προβληματική τιμή pH μπορεί να διορθωθεί με την προσθήκη κάποιων στοιχείων σε ακριβείς ποσότητες που θα προσδιορίσει κάποιο εδαφολογικό εργαστήριο και συγκεκριμένα το υψηλό pH βελτιώνεται με προσθήκη θείου (S), ενώ το χαμηλό pH βελτιώνεται με προσθήκη ενώσεων ασβεστίου (Ca). Αξίζει να αναφερθεί ότι το pH του εδάφους μπορεί να μετρηθεί με ειδικά όργανα τα οποία είναι σχετικά φτηνά και εύχρηστα, αλλά είναι δυνατόν εμπειρικά και όχι με αντικειμενική ακρίβεια να προσδιοριστεί το ύψος του όταν σε ξηρό έδαφος στάξουμε χυμό λεμονιού (εάν δεν αφρίσει τότε το έδαφος είναι όξινο, ενώ εάν αφρίσει είναι αλκαλικό).
Η αλατότητα προσδιορίζεται από την ποσότητα των διαλυμένων θρεπτικών στοιχείων στο έδαφος. Τα πιο σημαντικά άλατα είναι τα νιτρικά, του μαγνησίου, του νατρίου, του χλωρίου, τα διττανθρακικά, του ασβεστίου, τα θειικά, τα ανθρακικά κλπ. Χαμηλή αλατότητα σημαίνει έλλειψη θρεπτικών στοιχείων στο έδαφος. Η υψηλή αλατότητα πιστοποιεί άμεση τοξική επίδραση υπερβολικής ποσότητος χημικών στοιχείων (πχ χλώριο, νάτριο) ή υπερβολή στην ύπαρξη των θρεπτικών στοιχείων τα οποία εξαναγκάζουν τις ρίζες (με αύξηση της οσμωτικής πιέσεως) να μην μπορούν να προσλάβουν σωστά το νερό και όποια θρεπτική ουσία χρειάζονται τα φυτά. Η αλατότητα μετράται σε επιλεγμένα δείγματα χώματος από το έδαφος του κήπου με ένα ειδικό όργανο που λέγεται αγωγιμόμετρο έχοντας σα μονάδα μετρήσεως συνήθως μmhos/cm σε 25 βαθμούς Κελσίου. Σε συνηθισμένα χώματα όταν οι ενδείξεις του αγωγιμομέτρου είναι μεταξύ 500 και 1500 μονάδων τότε η αλατότητα είναι ικανοποιητική. Αντιθέτως, κάτω από 500 μονάδες θεωρείται χαμηλή και πάνω από τις 2250 μονάδες αξιολογείται ως πολύ υψηλή. Πρέπει να επισημανθεί ότι αναλόγως του εδάφους που μελετάται τα υπό έλεγχο δείγματα που λαμβάνονται υφίστανται κάποια ειδική επεξεργασία, οπότε τα προαναφερθέντα όρια μπορούν να μεταβληθούν (πχ ένα τυρφώδες έδαφος έχει ικανοποιητικές ενδείξεις μεταξύ 300 και 650 μονάδων, χαμηλή αλατότητα κάτω από 300 και πολύ υψηλή πάνω από 1000). Διευκρινίζεται ότι τα φυτά εκ φύσεως έχουν διαφορετική ανθεκτικότητα στη συγκέντρωση αλάτων στο έδαφος. Η χαμηλή αλατότητα βελτιώνεται με την ορθολογική προσθήκη λιπασμάτων. Αντιθέτως η υψηλή αλατότητα αποτελεί μία υπερβολικά επικίνδυνη κατάσταση αφού μπορεί να καταστρέψει ολοκληρωτικά τα φυτά που διακοσμούν τον κήπο και αντιμετωπίζεται με δυσκολία για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ η κατάσταση φτάνει κυριολεκτικά στα άκρα εάν το πρόβλημα δημιουργείται από ακατάλληλο νερό για το πότισμα του κήπου οπότε οι λύσεις περιορίζονται κατά κανόνα είτε στην απόκτηση άλλου κατάλληλου νερού (πχ βρόχινο νερό, χρήση βυτιοφόρων), είτε στη δαπανηρή και πολλές φορές αμφιβόλου αποτελεσματικότητας χρήση ειδικών μηχανισμών αναλόγως των αλάτων και του μεγέθους του προβλήματος.
Γενικά στο φαινόμενο της υψηλής αλατότητος οι ενέργειες που ενδείκνυται να γίνουν υποχρεωτικά πρέπει να καθοδηγούνται από εξειδικευμένο και έμπειρο άτομο και να προσαρμόζονται στις εκάστοτε ανάγκες του προβλήματος. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ότι από την αρχή η αρχιτεκτονική μελέτη κήπου και η επακόλουθη συντήρηση πρέπει να μεριμνούν για την καλή αποστράγγιση των εδαφών. Εάν εμφανιστεί πρόβλημα υψηλής αλατότητος επιβάλλεται να προσδιοριστεί η αιτία της και να εντατικοποιηθούν τα ποτίσματα τόσο σε συχνότητα, όσο και σε ποσότητα ώστε το κατάλληλο νερό να παρασύρει τα άλατα σε βαθύτερα στρώματα μακριά από τις ρίζες κάτι που δυστυχώς ενδέχεται να προξενήσει βλάβες στο ριζικό σύστημα των φυτών του κήπου εξ αιτίας της υψηλής υγρασίας. Όμως, απαγορεύεται το έδαφος γύρω από τη ριζόσφαιρα των φυτών να ξηρανθεί και πρέπει υποχρεωτικώς να διατηρείται διαρκώς υγρό. Εννοείται ότι πρέπει να περιοριστεί στο ελάχιστο ή και να σταματήσει η λίπανση μέχρι η αλατότητα να φθάσει σε φυσιολογικά επίπεδα. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην αποτελεσματική καταπολέμηση της υψηλής αλατότητος συντελεί η προσθήκη ειδικά επεξεργασμένης και πολύ συγκεκριμένης μορφής οργανικής ύλης στο έδαφος η οποία δρα κατά τέτοιον τρόπο ώστε να δεσμεύει τα επιβλαβή χημικά στοιχεία που προκαλούν την αλατότητα.
Αναδημοσίευση από http://www.anthanassa.gr/


